αμπελοπούλι
•
- πτηνόείδος πουλιού, με την επιστημονική ονομασία Βικιλεξικό
- πτηνόείδος πουλιού, με την επιστημονική ονομασία Βικιλεξικό
- πτηνόείδος πουλιού, με την επιστημονική ονομασία Βικιλεξικό
- πτηνόείδος πουλιού, με την επιστημονική ονομασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπελοπούλι < αμπέλι + -ο- + πουλί + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπελοπούλι | αμπελοπούλια |
| Γενική | αμπελοπουλιού | αμπελοπουλιών |
| Αιτιατική | αμπελοπούλι | αμπελοπούλια |
| Κλητική | αμπελοπούλι | αμπελοπούλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →