Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμπελοπούλι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πτηνόείδος πουλιού, με την επιστημονική ονομασία Βικιλεξικό
  2. πτηνόείδος πουλιού, με την επιστημονική ονομασία Βικιλεξικό
  3. πτηνόείδος πουλιού, με την επιστημονική ονομασία Βικιλεξικό
  4. πτηνόείδος πουλιού, με την επιστημονική ονομασία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμπελοπούλι < αμπέλι + -ο- + πουλί + -ι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμπελοπούλιαμπελοπούλια
Γενικήαμπελοπουλιούαμπελοπουλιών
Αιτιατικήαμπελοπούλιαμπελοπούλια
Κλητικήαμπελοπούλιαμπελοπούλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →