αμπελουδάκι
•
- ιδιωματικόπολύ μικρό αμπέλι με ελάχιστες ρίζες (αντί αμπελάκι) Βικιλεξικό
- ιδιωματικό*συνήθως) η πολύ μικρή καλλιέργεια αμπέλου σε αυλή, ή μικρό κήπο, ή παρακείμενο της οικίας χώρο με άλλη καλλιέργεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπελουδάκι < ... ουδάκι + -άκι • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπελουδάκι | αμπελουδάκια |
| Γενική | αμπελουδακιού | αμπελουδακιών |
| Αιτιατική | αμπελουδάκι | αμπελουδάκια |
| Κλητική | αμπελουδάκι | αμπελουδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →