αμπελουργώ
•
- ασχολούμαι με την καλλιέργεια αμπελιού, είμαι αμπελουργός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπελουργώ < αρχαία ελληνική ἀμπελουργέω / ἀμπελουργῶ < ἄμπελος + ἔργον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αμπελουργώ | αμπελουργείς | αμπελουργεί | αμπελουργούμε | αμπελουργείτε | αμπελουργούν / αμπελουργούνε |
| Παρατατικός | αμπελουργούσα | αμπελουργούσες | αμπελουργούσε | αμπελουργούσαμε | αμπελουργούσατε | αμπελουργούσαν / αμπελουργούσανε |
| Αόριστος | αμπελούργησα | αμπελούργησες | αμπελούργησε | αμπελουργήσαμε | αμπελουργήσατε | αμπελουργήσαν / αμπελουργήσανε / αμπελούργησαν |
| Μέλλοντας | θα αμπελουργήσω / θα αμπελουργώ | θα αμπελουργήσεις / θα αμπελουργείς | θα αμπελουργήσει / θα αμπελουργεί | θα αμπελουργήσουμε / θα αμπελουργούμε | θα αμπελουργήσετε / θα αμπελουργείτε | θα αμπελουργήσουν / θα αμπελουργήσουνε / θα αμπελουργούν / θα αμπελουργούνε |
| Παρακείμενος | έχω αμπελουργήσει | έχεις αμπελουργήσει | έχει αμπελουργήσει | έχουμε αμπελουργήσει | έχετε αμπελουργήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αμπελουργήσει | είχες αμπελουργήσει | είχε αμπελουργήσει | είχαμε αμπελουργήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αμπελουργήσει / να αμπελουργήσω / να αμπελουργώ | να έχεις αμπελουργήσει / να αμπελουργήσεις / να αμπελουργείς | να έχει αμπελουργήσει / να αμπελουργήσει / να αμπελουργεί | να έχουμε αμπελουργήσει / να αμπελουργήσουμε / να αμπελουργούμε | να έχετε αμπελουργήσει / να αμπελουργήσετε / να αμπελουργείτε | να αμπελουργήσουν / να αμπελουργήσουνε / να αμπελουργούν / να αμπελουργούνε |
| Προστακτική | — | αμπελούργει / αμπελούργησε | — | — | αμπελουργήστε / αμπελουργείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →