Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμπελουργώ

ρήμα
•
  1. ασχολούμαι με την καλλιέργεια αμπελιού, είμαι αμπελουργός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμπελουργώ < αρχαία ελληνική ἀμπελουργέω / ἀμπελουργῶ < ἄμπελος + ἔργον

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαμπελουργώαμπελουργείςαμπελουργείαμπελουργούμεαμπελουργείτεαμπελουργούν / αμπελουργούνε
Παρατατικόςαμπελουργούσααμπελουργούσεςαμπελουργούσεαμπελουργούσαμεαμπελουργούσατεαμπελουργούσαν / αμπελουργούσανε
Αόριστοςαμπελούργησααμπελούργησεςαμπελούργησεαμπελουργήσαμεαμπελουργήσατεαμπελουργήσαν / αμπελουργήσανε / αμπελούργησαν
Μέλλονταςθα αμπελουργήσω / θα αμπελουργώθα αμπελουργήσεις / θα αμπελουργείςθα αμπελουργήσει / θα αμπελουργείθα αμπελουργήσουμε / θα αμπελουργούμεθα αμπελουργήσετε / θα αμπελουργείτεθα αμπελουργήσουν / θα αμπελουργήσουνε / θα αμπελουργούν / θα αμπελουργούνε
Παρακείμενοςέχω αμπελουργήσειέχεις αμπελουργήσειέχει αμπελουργήσειέχουμε αμπελουργήσειέχετε αμπελουργήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αμπελουργήσειείχες αμπελουργήσειείχε αμπελουργήσειείχαμε αμπελουργήσει——
Υποτακτικήνα έχω αμπελουργήσει / να αμπελουργήσω / να αμπελουργώνα έχεις αμπελουργήσει / να αμπελουργήσεις / να αμπελουργείςνα έχει αμπελουργήσει / να αμπελουργήσει / να αμπελουργείνα έχουμε αμπελουργήσει / να αμπελουργήσουμε / να αμπελουργούμενα έχετε αμπελουργήσει / να αμπελουργήσετε / να αμπελουργείτενα αμπελουργήσουν / να αμπελουργήσουνε / να αμπελουργούν / να αμπελουργούνε
Προστακτική—αμπελούργει / αμπελούργησε——αμπελουργήστε / αμπελουργείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →