αμπελοφάγος
•
- πτηνότο πτηνό Emperiza melanocephala ή Emperiza hortulana Βικιλεξικό
- έντομοείδος λεπιδόπτερου (Sparganothis pilleriana) που καταστρέφει το αμπέλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπελοφάγος < αμπέλι + -ο- + -φάγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπελοφάγος | αμπελοφάγοι |
| Γενική | αμπελοφάγου | αμπελοφάγων |
| Αιτιατική | αμπελοφάγο | αμπελοφάγους |
| Κλητική | αμπελοφάγε | αμπελοφάγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →