Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμπελοφιλοσοφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου έχει σχέση με αμπελοφιλοσοφία ή αμπελοφιλόσοφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμπελοφιλοσοφικός < αμπελοφιλόσοφος / αμπελοφιλοσοφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμπελοφιλοσοφικόςαμπελοφιλοσοφικήαμπελοφιλοσοφικό
Γενικήαμπελοφιλοσοφικούαμπελοφιλοσοφικήςαμπελοφιλοσοφικού
Αιτιατικήαμπελοφιλοσοφικόαμπελοφιλοσοφικήαμπελοφιλοσοφικό
Κλητικήαμπελοφιλοσοφικέαμπελοφιλοσοφικήαμπελοφιλοσοφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμπελοφιλοσοφικοίαμπελοφιλοσοφικέςαμπελοφιλοσοφικά
Γενικήαμπελοφιλοσοφικώναμπελοφιλοσοφικώναμπελοφιλοσοφικών
Αιτιατικήαμπελοφιλοσοφικούςαμπελοφιλοσοφικέςαμπελοφιλοσοφικά
Κλητικήαμπελοφιλοσοφικοίαμπελοφιλοσοφικέςαμπελοφιλοσοφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →