αμπελοφιλοσοφώ
•
- φιλοσοφώ πρόχειρα παίρνοντας αφορμή από γεγονότα ή καταστάσεις της καθημερινής ζωής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπελοφιλοσοφώ < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αμπελοφιλοσοφώ | αμπελοφιλοσοφείς | αμπελοφιλοσοφεί | αμπελοφιλοσοφούμε | αμπελοφιλοσοφείτε | αμπελοφιλοσοφούν / αμπελοφιλοσοφούνε |
| Παρατατικός | αμπελοφιλοσοφούσα | αμπελοφιλοσοφούσες | αμπελοφιλοσοφούσε | αμπελοφιλοσοφούσαμε | αμπελοφιλοσοφούσατε | αμπελοφιλοσοφούσαν / αμπελοφιλοσοφούσανε |
| Αόριστος | αμπελοφιλοσόφησα | αμπελοφιλοσόφησες | αμπελοφιλοσόφησε | αμπελοφιλοσοφήσαμε | αμπελοφιλοσοφήσατε | αμπελοφιλοσοφήσαν / αμπελοφιλοσοφήσανε / αμπελοφιλοσόφησαν |
| Μέλλοντας | θα αμπελοφιλοσοφήσω / θα αμπελοφιλοσοφώ | θα αμπελοφιλοσοφήσεις / θα αμπελοφιλοσοφείς | θα αμπελοφιλοσοφήσει / θα αμπελοφιλοσοφεί | θα αμπελοφιλοσοφήσουμε / θα αμπελοφιλοσοφούμε | θα αμπελοφιλοσοφήσετε / θα αμπελοφιλοσοφείτε | θα αμπελοφιλοσοφήσουν / θα αμπελοφιλοσοφήσουνε / θα αμπελοφιλοσοφούν / θα αμπελοφιλοσοφούνε |
| Παρακείμενος | έχω αμπελοφιλοσοφήσει | έχεις αμπελοφιλοσοφήσει | έχει αμπελοφιλοσοφήσει | έχουμε αμπελοφιλοσοφήσει | έχετε αμπελοφιλοσοφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αμπελοφιλοσοφήσει | είχες αμπελοφιλοσοφήσει | είχε αμπελοφιλοσοφήσει | είχαμε αμπελοφιλοσοφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αμπελοφιλοσοφήσει / να αμπελοφιλοσοφήσω / να αμπελοφιλοσοφώ | να έχεις αμπελοφιλοσοφήσει / να αμπελοφιλοσοφήσεις / να αμπελοφιλοσοφείς | να έχει αμπελοφιλοσοφήσει / να αμπελοφιλοσοφήσει / να αμπελοφιλοσοφεί | να έχουμε αμπελοφιλοσοφήσει / να αμπελοφιλοσοφήσουμε / να αμπελοφιλοσοφούμε | να έχετε αμπελοφιλοσοφήσει / να αμπελοφιλοσοφήσετε / να αμπελοφιλοσοφείτε | να αμπελοφιλοσοφήσουν / να αμπελοφιλοσοφήσουνε / να αμπελοφιλοσοφούν / να αμπελοφιλοσοφούνε |
| Προστακτική | — | αμπελοφιλοσόφει / αμπελοφιλοσόφησε | — | — | αμπελοφιλοσοφήστε / αμπελοφιλοσοφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →