αμπελοχώραφο
•
- χωράφι που καλλιεργούνται αμπέλια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπελοχώραφο < αμπελο- + χωράφ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπελοχώραφο | αμπελοχώραφα |
| Γενική | αμπελοχώραφου | αμπελοχώραφων |
| Αιτιατική | αμπελοχώραφο | αμπελοχώραφα |
| Κλητική | αμπελοχώραφο | αμπελοχώραφα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →