αμπελόκλημα
•
- η αμπελόβεργα, το κλαδί του αμπελιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπελόκλημα < αμπέλι + κλήμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπελόκλημα | αμπελοκλήματα |
| Γενική | αμπελοκλήματος | αμπελοκλημάτων |
| Αιτιατική | αμπελόκλημα | αμπελοκλήματα |
| Κλητική | αμπελόκλημα | αμπελοκλήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →