Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμπογιάντιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει μπογιατιστεί, που δεν έχει βαφεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμπογιάντιστος < α- στερητικό + μπογιατίζω / μπογιαντίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμπογιάντιστοςαμπογιάντιστηαμπογιάντιστο
Γενικήαμπογιάντιστουαμπογιάντιστηςαμπογιάντιστου
Αιτιατικήαμπογιάντιστοαμπογιάντιστηαμπογιάντιστο
Κλητικήαμπογιάντιστεαμπογιάντιστηαμπογιάντιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμπογιάντιστοιαμπογιάντιστεςαμπογιάντιστα
Γενικήαμπογιάντιστωναμπογιάντιστωναμπογιάντιστων
Αιτιατικήαμπογιάντιστουςαμπογιάντιστεςαμπογιάντιστα
Κλητικήαμπογιάντιστοιαμπογιάντιστεςαμπογιάντιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →