αμπολή
•
- λαϊκότροποφράγμα σε αυλάκια για πότισμα που δημιουργείται για να μπορέσει να ανέβει το νερό ψηλότερα Βικιλεξικό
- λαϊκότροποαυλάκι για πότισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπολή < μεσαιωνική ελληνική ἐμπολή < ελληνιστική κοινή ἐμβολή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπολή | αμπολές |
| Γενική | αμπολής | αμπολών |
| Αιτιατική | αμπολή | αμπολές |
| Κλητική | αμπολή | αμπολές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →