αμπούλα
•
- φαρμακευτικήγυάλινη μικρή φιάλη, που περιέχει (αποστειρωμένο) φάρμακο κατάλληλο για ενέσιμη χορήγηση Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηφιαλίδιο με κάποιο υγρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπούλα < μεσαιωνική ελληνική ἄμπουλα < λατινική ampulla < ampora / amphora < αρχαία ελληνική ἀμφορεύς < ἀμφί + φέρω (αντιδάνειο) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ampoule)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπούλα | αμπούλες |
| Γενική | αμπούλας | αμπουλών |
| Αιτιατική | αμπούλα | αμπούλες |
| Κλητική | αμπούλα | αμπούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →