Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμπούλα

/amˈbu.la/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φαρμακευτικήγυάλινη μικρή φιάλη, που περιέχει (αποστειρωμένο) φάρμακο κατάλληλο για ενέσιμη χορήγηση Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηφιαλίδιο με κάποιο υγρό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμπούλα < μεσαιωνική ελληνική ἄμπουλα < λατινική ampulla < ampora / amphora < αρχαία ελληνική ἀμφορεύς < ἀμφί + φέρω (αντιδάνειο) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ampoule)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμπούλααμπούλες
Γενικήαμπούλαςαμπουλών
Αιτιατικήαμπούλααμπούλες
Κλητικήαμπούλααμπούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →