αμπώχνω
•
- σπρώχνω, απωθώ Βικιλεξικό
- παρακινώ Βικιλεξικό
- αποκρούω, απομακρύνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπώχνω < αμπώθω < αρχαία ελληνική ἀπωθέω / ἀπωθῶ (κατ’ αναλογία με τα ρήματα σε -χνω: ρίχνω, σπρώχνω...)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αμπώχνω | αμπώχνεις | αμπώχνει | αμπώχνουμε | αμπώχνετε | αμπώχνουν / αμπώχνουνε |
| Παρατατικός | άμπωχνα | άμπωχνες | άμπωχνε | αμπώχναμε | αμπώχνατε | άμπωχναν / αμπώχναν / αμπώχνανε |
| Αόριστος | άμπωξα | άμπωξες | άμπωξε | αμπώξαμε | αμπώξατε | άμπωξαν / αμπώξαν / αμπώξανε |
| Μέλλοντας | θα αμπώξω / θα αμπώχνω | θα αμπώξεις / θα αμπώχνεις | θα αμπώξει / θα αμπώχνει | θα αμπώξουμε / θα αμπώχνουμε | θα αμπώξετε / θα αμπώχνετε | θα αμπώξουν / θα αμπώξουνε / θα αμπώχνουν / θα αμπώχνουνε |
| Παρακείμενος | έχω αμπώξει | έχεις αμπώξει | έχει αμπώξει | έχουμε αμπώξει | έχετε αμπώξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αμπώξει | είχες αμπώξει | είχε αμπώξει | είχαμε αμπώξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αμπώξει / να αμπώξω / να αμπώχνω | να έχεις αμπώξει / να αμπώξεις / να αμπώχνεις | να έχει αμπώξει / να αμπώξει / να αμπώχνει | να έχουμε αμπώξει / να αμπώξουμε / να αμπώχνουμε | να έχετε αμπώξει / να αμπώξετε / να αμπώχνετε | να αμπώξουν / να αμπώξουνε / να αμπώχνουν / να αμπώχνουνε |
| Προστακτική | — | άμπωξε / άμπωχνε | — | — | αμπώξτε / αμπώχνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →