Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμπώχνω

ρήμα
•
  1. σπρώχνω, απωθώ Βικιλεξικό
  2. παρακινώ Βικιλεξικό
  3. αποκρούω, απομακρύνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμπώχνω < αμπώθω < αρχαία ελληνική ἀπωθέω / ἀπωθῶ (κατ’ αναλογία με τα ρήματα σε -χνω: ρίχνω, σπρώχνω...)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαμπώχνωαμπώχνειςαμπώχνειαμπώχνουμεαμπώχνετεαμπώχνουν / αμπώχνουνε
Παρατατικόςάμπωχναάμπωχνεςάμπωχνεαμπώχναμεαμπώχνατεάμπωχναν / αμπώχναν / αμπώχνανε
Αόριστοςάμπωξαάμπωξεςάμπωξεαμπώξαμεαμπώξατεάμπωξαν / αμπώξαν / αμπώξανε
Μέλλονταςθα αμπώξω / θα αμπώχνωθα αμπώξεις / θα αμπώχνειςθα αμπώξει / θα αμπώχνειθα αμπώξουμε / θα αμπώχνουμεθα αμπώξετε / θα αμπώχνετεθα αμπώξουν / θα αμπώξουνε / θα αμπώχνουν / θα αμπώχνουνε
Παρακείμενοςέχω αμπώξειέχεις αμπώξειέχει αμπώξειέχουμε αμπώξειέχετε αμπώξει—
Υπερσυντέλικοςείχα αμπώξειείχες αμπώξειείχε αμπώξειείχαμε αμπώξει——
Υποτακτικήνα έχω αμπώξει / να αμπώξω / να αμπώχνωνα έχεις αμπώξει / να αμπώξεις / να αμπώχνειςνα έχει αμπώξει / να αμπώξει / να αμπώχνεινα έχουμε αμπώξει / να αμπώξουμε / να αμπώχνουμενα έχετε αμπώξει / να αμπώξετε / να αμπώχνετενα αμπώξουν / να αμπώξουνε / να αμπώχνουν / να αμπώχνουνε
Προστακτική—άμπωξε / άμπωχνε——αμπώξτε / αμπώχνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →