αμυαλιά
•
- το να είναι κανείς άμυαλος, ασύνετος, απερίσκεπτος ή επιπόλαιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμυαλιά < άμυαλος + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμυαλιά | αμυαλιές |
| Γενική | αμυαλιάς | αμυαλιών |
| Αιτιατική | αμυαλιά | αμυαλιές |
| Κλητική | αμυαλιά | αμυαλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →