αμυγδαλή
•
- ανατομίααδένας που μοιάζει με αμύγδαλο και βρίσκεται στον φάρυγγα Βικιλεξικό
- Τι βουτιές, τι πλατσουρίσματα, τι χοροπηδήματα, τι πατητές, τι το ξερό, μέχρι να ξεθεωθούμε. Η μαμά από κοντά, έβγαινε πιό γρήγορα, λέγοντας και σε μας: « Μπρός, έξω τώρα !!!». Πριτς εμείς: «Ακόμα λίγο ρε μαμά !!!!» και μπλούμ βουτιά !!!. Γύριζε σε λίγο κρατώντας ανοιχτή την πετσέτα, σαν ταυρομάχος μπροστά στον ταύρο. «Ελάτε τώρα ντεεεε, εσένα μικρή έχουν μελανιάσει οι χούφτες και τα χείλια σου, τα δάχτυλά σου έχουν φαφατιάσει καλέεε, θα αρρωστήσεις απο τις αμυγδαλές σου και δε θα την ξαναδείς τη θάλασσα πιά. (Βασιλική Καλογεροπούλου, Τα μπάνια του λαού και τα… κερασάκια, Πάμισος-Μεσσήνη, 26/7/2021 http://pamisos-messini.gr/articles/%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CE%B1/)
- ανατομίαένα από τα τμήματα του μεταιχμιακού συστήματος του εγκεφάλου, που μοιάζει με αμύγδαλο και σχετίζεται με τη μνήμη καθώς και με τα συναισθήματα (κυρίως φόβου, τρόμου, άγχους κ.ά.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμυγδαλή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀμυγδαλῆ, συνηρημένος τύπος του ἀμυγδαλέα (η αμυγδαλιά), (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική amygdale < λατινική amygdala (αμυγδαλιά) < αρχαία ελληνική ἀμυγδάλη (από το σχήμα των αμυγδαλών στον φάρυγγα, όμοιου με αμύγδαλα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμυγδαλή | αμυγδαλές |
| Γενική | αμυγδαλής | αμυγδαλών |
| Αιτιατική | αμυγδαλή | αμυγδαλές |
| Κλητική | αμυγδαλή | αμυγδαλές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →