αμυντικός
•
- ο παίκτης που σε μια ομάδα έχει μια καθορισμένη θέση στον σχηματισμό της άμυνάς της Βικιλεξικό
- Το γεγονός ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν ο Καταλανός αμυντικός πίνεται μονορούφι από τις χιλιάδες των fans του. Αυτές ίσως τον μάτιασαν και έτσι την προηγούμενη εβδομάδα ληστές εισέβαλαν στο σπίτι του στη Βαρκελώνη και το έκαναν καλοκαιρινό. (Η σέξι 11άδα του Μουντιάλ, Πρώτο Θέμα, 13/06/2018 https://www.protothema.gr/life-style/article/796075/i-sexi-11ada-tou-moudial/)
Ετυμολογία
αμυντικός < αμύνομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμυντική / αμυντικός / αμυντικό | αμυντικές / αμυντικοί / αμυντικά |
| Γενική | αμυντικής / αμυντικού / αμυντικού | αμυντικών / αμυντικών / αμυντικών |
| Αιτιατική | αμυντική / αμυντικό / αμυντικό | αμυντικές / αμυντικούς / αμυντικά |
| Κλητική | αμυντική / αμυντικέ / αμυντικό | αμυντικές / αμυντικοί / αμυντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →