Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμυντικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο παίκτης που σε μια ομάδα έχει μια καθορισμένη θέση στον σχηματισμό της άμυνάς της Βικιλεξικό
    • Το γεγονός ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν ο Καταλανός αμυντικός πίνεται μονορούφι από τις χιλιάδες των fans του. Αυτές ίσως τον μάτιασαν και έτσι την προηγούμενη εβδομάδα ληστές εισέβαλαν στο σπίτι του στη Βαρκελώνη και το έκαναν καλοκαιρινό. (Η σέξι 11άδα του Μουντιάλ, Πρώτο Θέμα, 13/06/2018 https://www.protothema.gr/life-style/article/796075/i-sexi-11ada-tou-moudial/)

Ετυμολογία

αμυντικός < αμύνομαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμυντική / αμυντικός / αμυντικόαμυντικές / αμυντικοί / αμυντικά
Γενικήαμυντικής / αμυντικού / αμυντικούαμυντικών / αμυντικών / αμυντικών
Αιτιατικήαμυντική / αμυντικό / αμυντικόαμυντικές / αμυντικούς / αμυντικά
Κλητικήαμυντική / αμυντικέ / αμυντικόαμυντικές / αμυντικοί / αμυντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αμυντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την άμυνα μιας χώρας ή ομάδας σε αντιδιαστολή προς τον σχετικό με την επίθεση Βικιλεξικό
    • αμυντικά έργα, αμυντικά όπλα, αμυντικός μηχανισμός
  2. ο σχετικός με την ψυχολογική στάση η οποία υποδηλώνει άμυνα σε επίθεση και η οποία συχνά συνοδεύεται από αρνητικές συμπεριφορές καθώς το υποκείμενο αισθάνεται ότι στοχοποιώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμυντικός < αμύνομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμυντικόςαμυντικήαμυντικό
Γενικήαμυντικούαμυντικήςαμυντικού
Αιτιατικήαμυντικόαμυντικήαμυντικό
Κλητικήαμυντικέαμυντικήαμυντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμυντικοίαμυντικέςαμυντικά
Γενικήαμυντικώναμυντικώναμυντικών
Αιτιατικήαμυντικούςαμυντικέςαμυντικά
Κλητικήαμυντικοίαμυντικέςαμυντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →