αμφίβιος
•
- ζωολογίαπου ζει και στην ξηρά και στο νερό και ανήκει στην ομοταξία Amphibia (Αμφίβια) Βικιλεξικό
- μέσο μεταφορώνπου κινείται και στην ξηρά και στο νερό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμφίβιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀμφίβιος. Συγχρονικά αναλύεται σε αμφί- + -βιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμφίβιος | αμφίβια | αμφίβιο |
| Γενική | αμφίβιου | αμφίβιας | αμφίβιου |
| Αιτιατική | αμφίβιο | αμφίβια | αμφίβιο |
| Κλητική | αμφίβιε | αμφίβια | αμφίβιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμφίβιοι | αμφίβιες | αμφίβια |
| Γενική | αμφίβιων | αμφίβιων | αμφίβιων |
| Αιτιατική | αμφίβιους | αμφίβιες | αμφίβια |
| Κλητική | αμφίβιοι | αμφίβιες | αμφίβια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →