Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμφίγλωσσος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. διφορούμενος Βικιλεξικό
  2. αμφίβολος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμφίγλωσσος < ελληνιστική κοινή ἀμφίγλωσσος < ἀμφί- (αμφί-) + -γλωσσος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμφίγλωσσοςαμφίγλωσσηαμφίγλωσσο
Γενικήαμφίγλωσσουαμφίγλωσσηςαμφίγλωσσου
Αιτιατικήαμφίγλωσσοαμφίγλωσσηαμφίγλωσσο
Κλητικήαμφίγλωσσεαμφίγλωσσηαμφίγλωσσο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμφίγλωσσοιαμφίγλωσσεςαμφίγλωσσα
Γενικήαμφίγλωσσωναμφίγλωσσωναμφίγλωσσων
Αιτιατικήαμφίγλωσσουςαμφίγλωσσεςαμφίγλωσσα
Κλητικήαμφίγλωσσοιαμφίγλωσσεςαμφίγλωσσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →