Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμφίθυμος

/aɱˈfi.θi.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ψυχολογίαπου χαρακτηρίζεται από αμφιθυμία, που συνυπάρχουν μέσα του δύο αντίθετα συναισθήματα Βικιλεξικό
    • αμφίθυμα βρέφη

Ετυμολογία

αμφίθυμος < αμφί- + αρχαία ελληνική θυμ(ός) (διάθεση, ψυχική κατάσταση) + -ος. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική ambivalent (δείτε αμφιθυμία)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμφίθυμοςαμφίθυμηαμφίθυμο
Γενικήαμφίθυμουαμφίθυμηςαμφίθυμου
Αιτιατικήαμφίθυμοαμφίθυμηαμφίθυμο
Κλητικήαμφίθυμεαμφίθυμηαμφίθυμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμφίθυμοιαμφίθυμεςαμφίθυμα
Γενικήαμφίθυμωναμφίθυμωναμφίθυμων
Αιτιατικήαμφίθυμουςαμφίθυμεςαμφίθυμα
Κλητικήαμφίθυμοιαμφίθυμεςαμφίθυμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →