αμφίθυμος
•
- ψυχολογίαπου χαρακτηρίζεται από αμφιθυμία, που συνυπάρχουν μέσα του δύο αντίθετα συναισθήματα Βικιλεξικό
- αμφίθυμα βρέφη
Ετυμολογία
αμφίθυμος < αμφί- + αρχαία ελληνική θυμ(ός) (διάθεση, ψυχική κατάσταση) + -ος. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική ambivalent (δείτε αμφιθυμία)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμφίθυμος | αμφίθυμη | αμφίθυμο |
| Γενική | αμφίθυμου | αμφίθυμης | αμφίθυμου |
| Αιτιατική | αμφίθυμο | αμφίθυμη | αμφίθυμο |
| Κλητική | αμφίθυμε | αμφίθυμη | αμφίθυμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμφίθυμοι | αμφίθυμες | αμφίθυμα |
| Γενική | αμφίθυμων | αμφίθυμων | αμφίθυμων |
| Αιτιατική | αμφίθυμους | αμφίθυμες | αμφίθυμα |
| Κλητική | αμφίθυμοι | αμφίθυμες | αμφίθυμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →