Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμφίστομος

/aɱˈfi.sto.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει δύο κόψεις, που κόβει από δύο πλευρές Βικιλεξικό
    • ο στρατιώτης επιτέθηκε εναντίον του και του κατάφερε αλλεπάλληλα χτυπήματα με το αμφίστομο μαχαίρι που έφερε στη ζώνη του. (Πάνος Σόμπολος, Βεντέτες: Εγκλήματα βεντέτας στην Ελλάδα, εκδ. Πατάκης, 2024)
  2. που έχει δύο στόμια, δύο ανοίγματα Βικιλεξικό
    • Στη συνέχεια η Υπουργός μετέβη στο χώρο του υδραγωγείου και διέσχισε το μήκους 1.036 μέτρων αμφίστομο όρυγμα. (@archaiologia.gr, 2017.03.03)

Ετυμολογία

αμφίστομος :* Σημασία «δίκοπος» < λόγιο διαχρονικό δάνειο από τη μεσαιωνική ελληνική ἀμφίστομος < ελληνιστική κοινή ἀμφίστομος (δίκοπος). :* Σημασία «με δύο στόμια» < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την αρχαία ελληνική ἀμφίστομος (με διπλό στόμα, με διπλό άνοιγμα)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμφίστομοςαμφίστομηαμφίστομο
Γενικήαμφίστομουαμφίστομηςαμφίστομου
Αιτιατικήαμφίστομοαμφίστομηαμφίστομο
Κλητικήαμφίστομεαμφίστομηαμφίστομο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμφίστομοιαμφίστομεςαμφίστομα
Γενικήαμφίστομωναμφίστομωναμφίστομων
Αιτιατικήαμφίστομουςαμφίστομεςαμφίστομα
Κλητικήαμφίστομοιαμφίστομεςαμφίστομα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →