αμφιδρόμηση
•
- η μετατροπή μονόδρομου ή πεζόδρομου σε οδό διπλής κατεύθυνσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμφιδρόμηση (νεολογισμός) < αμφι- + ρήμα σε -δρομ(ώ), δρόμη- + -ση (-ηση) κατά το πεζοδρόμηση, μονοδρόμηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμφιδρόμηση | αμφιδρομήσεις |
| Γενική | αμφιδρόμησης | αμφιδρομήσεων |
| Αιτιατική | αμφιδρόμηση | αμφιδρομήσεις |
| Κλητική | αμφιδρόμηση | αμφιδρομήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →