Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμφιθαλής

/aɱ.fi.θaˈlis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κατάγεται από τον ίδιο πατέρα και την ίδια μητέρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμφιθαλής < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀμφιθαλής (ίδιας σημασίας) < αρχαία ελληνική ἀμφιθαλής (με ζωντανούς και τους δύο γονείς). Μορφολογικά αναλύεται σε αμφι- + -θαλής.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμφιθαλήςαμφιθαλήςαμφιθαλές
Γενικήαμφιθαλούςαμφιθαλούςαμφιθαλούς
Αιτιατικήαμφιθαλήαμφιθαλήαμφιθαλές
Κλητικήαμφιθαλή / αμφιθαλήςαμφιθαλήςαμφιθαλές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμφιθαλείςαμφιθαλείςαμφιθαλή
Γενικήαμφιθαλώναμφιθαλώναμφιθαλών
Αιτιατικήαμφιθαλείςαμφιθαλείςαμφιθαλή
Κλητικήαμφιθαλείςαμφιθαλείςαμφιθαλή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →