Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμφιθεατρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με το αμφιθέατρο Βικιλεξικό
  2. εκείνος που έχει σχήμα αμφιθεάτρου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμφιθεατρικός < αμφιθέατρο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμφιθεατρικόςαμφιθεατρικήαμφιθεατρικό
Γενικήαμφιθεατρικούαμφιθεατρικήςαμφιθεατρικού
Αιτιατικήαμφιθεατρικόαμφιθεατρικήαμφιθεατρικό
Κλητικήαμφιθεατρικέαμφιθεατρικήαμφιθεατρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμφιθεατρικοίαμφιθεατρικέςαμφιθεατρικά
Γενικήαμφιθεατρικώναμφιθεατρικώναμφιθεατρικών
Αιτιατικήαμφιθεατρικούςαμφιθεατρικέςαμφιθεατρικά
Κλητικήαμφιθεατρικοίαμφιθεατρικέςαμφιθεατρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →