Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμφιπαθητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιολογία: αυτός που παρουσιάζει αντίθετους τροπισμούς. Βικιλεξικό
  2. βιολογία: μαλάκιο που περιέχει υδροφιλικά και υδροφοβικά συστατικά, όπως π.χ. το φωσφολιπιδικό μαλάκιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμφιπαθητικός < αμφί + παθητικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμφιπαθητικόςαμφιπαθητική / αμφιπαθητικηαμφιπαθητικο / αμφιπαθητικό
Γενικήαμφιπαθητικούαμφιπαθητικήςαμφιπαθητικού
Αιτιατικήαμφιπαθητικόαμφιπαθητικήαμφιπαθητικό
Κλητικήαμφιπαθητικέαμφιπαθητικήαμφιπαθητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμφιπαθητικοίαμφιπαθητικέςαμφιπαθητικά
Γενικήαμφιπαθητικώναμφιπαθητικώναμφιπαθητικών
Αιτιατικήαμφιπαθητικούςαμφιπαθητικέςαμφιπαθητικά
Κλητικήαμφιπαθητικοίαμφιπαθητικέςαμφιπαθητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →