Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμφισβήτηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαφωνία, η αντίρρηση σε κάτι, η έκφραση αντίθετης άποψης ή αμφιβολιών Βικιλεξικό
    • Η ταχεία φθορά του κυβερνώντος κόμματος, που μετά την επάνοδό του στην εξουσία φάνηκε να ακολουθεί μια «χαμηλή πτήση» και μια μάλλον «άνευρη πολιτική», αναμενόμενη ή όχι μέσα σε ένα κλίμα ανοικτών πια αμφισβητήσεων και εντεινόμενης «διαδοχολογίας» αλλά και των προβλημάτων της υγείας του (πρωθυπουργού) (Αντώνης Μακρυδημήτρης, Οι πρωθυπουργοί της Ελλάδος: 1828-1997, Ελλάδα, εκδ. Ι. Σιδέρης, 1997, σελ. 276)
    • Και σε ενδεχόμενο μιας παλινόρθωσης ενός ακραίου αντιδραστισμού μέσω γνωστών διαχρονικά τακτικών που ήδη αναπτύσσονται εκεί (αμφίπλευρη αμφισβήτηση από τα δεξιά με έσωθεν κι έξωθεν σαμποτάζ και απανθρωποποίηση του αντιπάλου, καθώς και από τα αριστερά με κριτική περί προδοσίας ιδανικών που εφαρμόζονται μονάχα μερικώς ή και καθόλου… λόγω του προαναφερθέντος σαμποτάζ) (Πάρις Μνηματίδης, Η φανταστική χώρα μου, ανακτήθηκε στις 28/12/2025 https://pekk.gr/index.php/component/content/article/6709-fantastiki-xora-mou-i-paris-mnimatidis/?catid=107&Itemid=435)

Ετυμολογία

αμφισβήτηση < αρχαία ελληνική ἀμφισβήτησις < ἀμφισβητέω / ἀμφισβητῶ < ἀμφίς + βαίνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμφισβήτησηαμφισβητήσεις
Γενικήαμφισβήτησηςαμφισβητήσεων
Αιτιατικήαμφισβήτησηαμφισβητήσεις
Κλητικήαμφισβήτησηαμφισβητήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →