αμφισβητίας
•
- εκείνος/η που αμφισβητεί τα πάντα, που δεν αμφισβητεί απλώς κάτι συγκεκριμένο, αλλά εγείρει διαρκώς ενστάσεις για όλα Βικιλεξικό
- Έλεγε ο Αντώνης τις αντιρρήσεις του, αλλά ποιός δίνει σημασία σ'έναν που απ' την εξορία ακόμα ήταν μόνιμος αντιρρησίας και αμφισβητίας , ενώ πάντα δήλωνε κομμουνιστής .... Στο τέλος του κόλλησαν το παρατσούκλι Αντώνης ο σεχτάρ, μέχρι που αγανάκτησε, υπέγραψε και βγήκε. (Δημήτρης Βασιλειάδης, Μια ζωή-μια μέρα, ανακτήθηκε στις 8/4/2026, σελ. 24 https://www.google.gr/books/edition/%CE%98%CE%95%CE%91%CE%A4%CE%A1%CE%9A%CE%9F_%CE%9C%CE%B9%CE%B1_%CE%B6%CF%89%CE%AE_%CE%BC%CE%B9%CE%B1_%CE%BC%CE%AD/btlh50IPFEIC?hl=en&gbpv=1&dq=%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%81%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82&pg=PA24&printsec=frontcover)
- «Ναι, φαίνεσαι ταλαιπωρημένος» είπε ο Μάρκος που μέσα του απορούσε πως ο Σολδάτος ο αμφισβητίας και κυνικός, είχε πέσει τόσο με τα μούτρα στη θρησκεία και πίστευε και στα θαύματα. (Μαίρη Σιάνη-Ντέιβις, Έντιμος εμπορία, εκδ. Πατάκης, 2025)
Ετυμολογία
αμφισβητίας < αμφισβητώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμφισβητίας | αμφισβητίες |
| Γενική | αμφισβητία | αμφισβητιών |
| Αιτιατική | αμφισβητία | αμφισβητίες |
| Κλητική | αμφισβητία | αμφισβητίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →