αμφορίσκος
•
- κεραμικήο μικρός αμφορέας Βικιλεξικό
- Ως αμφορίσκοι χαρακτηρίζονται τα αγγεία με υψηλότερο ή χαμηλότερο στενό λαιμό, ο οποίος συμφύεται ομαλά ή με γωνία στο σφαιρικό σώμα του αγγείου και φέρουν δύο, συνήθως, λαβές τοποθετημένες στο λαιμό ή στο σώμα.
Ετυμολογία
αμφορίσκος < αρχαία ελληνική ἀμφορίσκος < ἀμφορεύς Συγχρονικά αναλύεται σε αμφορ(έας) + -ίσκος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμφορίσκος | αμφορίσκοι |
| Γενική | αμφορίσκου | αμφορίσκων |
| Αιτιατική | αμφορίσκο | αμφορίσκους |
| Κλητική | αμφορίσκε | αμφορίσκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →