Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμόλυντος

/aˈmo.lin.dos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει μολυνθεί Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου είναι αγνός ηθικά Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου δεν έχει σεξουαλική επαφή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμόλυντος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀμόλυντος Συγχρονικά αναλύεται σε α- στερητικό + μολύν(ω) + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμόλυντοςαμόλυντηαμόλυντο
Γενικήαμόλυντουαμόλυντηςαμόλυντου
Αιτιατικήαμόλυντοαμόλυντηαμόλυντο
Κλητικήαμόλυντεαμόλυντηαμόλυντο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμόλυντοιαμόλυντεςαμόλυντα
Γενικήαμόλυντωναμόλυντωναμόλυντων
Αιτιατικήαμόλυντουςαμόλυντεςαμόλυντα
Κλητικήαμόλυντοιαμόλυντεςαμόλυντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →