αμόνι
•
- μεταλλικό ή πέτρινο εργαλείο των σιδηρουργών, που στηρίζεται σε σταθερό σημείο και πάνω του γίνεται η σφυρηλάτηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμόνι < μεσαιωνική ελληνική αμόνι(ν) < ελληνιστική κοινή ἀκμόνιον < αρχαία ελληνική ἄκμων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμόνι | αμόνια |
| Γενική | αμονιού | αμονιών |
| Αιτιατική | αμόνι | αμόνια |
| Κλητική | αμόνι | αμόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →