αμόνοιαστος
•
- που δεν έχει μονοιάσει,που δεν έχει συμφιλιωθεί(με κάποιον) ή και που γενικά "δεν κάνει χωριό" με κανέναν, δεν "τα βρίσκει" με κανέναν, ο μονήρης και ο φίλερις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμόνοιαστος < α στερητικό και μονοιάζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμόνοιαστος | αμόνοιαστη | αμόνοιαστο |
| Γενική | αμόνοιαστου | αμόνοιαστης | αμόνοιαστου |
| Αιτιατική | αμόνοιαστο | αμόνοιαστη | αμόνοιαστο |
| Κλητική | αμόνοιαστε | αμόνοιαστη | αμόνοιαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμόνοιαστοι | αμόνοιαστες | αμόνοιαστα |
| Γενική | αμόνοιαστων | αμόνοιαστων | αμόνοιαστων |
| Αιτιατική | αμόνοιαστους | αμόνοιαστες | αμόνοιαστα |
| Κλητική | αμόνοιαστοι | αμόνοιαστες | αμόνοιαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →