Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμόνοιαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει μονοιάσει,που δεν έχει συμφιλιωθεί(με κάποιον) ή και που γενικά "δεν κάνει χωριό" με κανέναν, δεν "τα βρίσκει" με κανέναν, ο μονήρης και ο φίλερις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμόνοιαστος < α στερητικό και μονοιάζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμόνοιαστοςαμόνοιαστηαμόνοιαστο
Γενικήαμόνοιαστουαμόνοιαστηςαμόνοιαστου
Αιτιατικήαμόνοιαστοαμόνοιαστηαμόνοιαστο
Κλητικήαμόνοιαστεαμόνοιαστηαμόνοιαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμόνοιαστοιαμόνοιαστεςαμόνοιαστα
Γενικήαμόνοιαστωναμόνοιαστωναμόνοιαστων
Αιτιατικήαμόνοιαστουςαμόνοιαστεςαμόνοιαστα
Κλητικήαμόνοιαστοιαμόνοιαστεςαμόνοιαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →