αμόρσιμα
•
- νεολογισμόςαυτά που δεν καθορίζονται από τη μοίρα Βικιλεξικό
- Μόρσιμα - Αμόρσιμα. Ξενάκης, Ιάννης; Xenakis, Iannis (καταχώριση ηχητικού τεκμηρίου μουσικού έργου, Βιβλιοθήκη Τμήματος Μουσικών Σπουδών (ΑΠΘ)· πρόσβαση: 2019-07-19)
- Συνθέτες: Γ. Ξενάκης. Ελληνικά Έργα: Ξενάκης: Διαμορφώσεις, Συγκεκριμένο pH, Ανατολή - Δύση, […], Ηριδανός, Μόρσιμα / Αμόρσιμα, Πολλά τα δεινά, […] (από το Πρόγραμμα αρ. 3073 (καταχώριση στοιχείων εκδηλώσεων του Ελληνικού Συνδέσμος Σύγχρονης Μουσικής στη Αθήνα, Σεπτ. 1975), στην ιστοσελίδα της Μεγάλης Μουσικής Βιβλιοθήκης «Λίλιαν Βουδούρη»· πρόσβαση: 2019-07-19)
- Κύρια ενόργανα έργα (έως το 1967): […]. Για μουσική δωματίου: […], ST/4 (1956/62), Μόρσιμα - Αμόρσιμα (1956/62), Εόντα (1963/64) (από το σημείωμα «Βιογραφικά» στην έκδοση του δίσκου βινυλίου Γιάννης Ξενάκης: Μεταστάσεις, Πιθοπρακτά, Εόντα (Le Chant du monde 1966 / Λύρα χ.χ. - ανατύπ. Music Links Knowledge 2019· πρόσβαση: 2019-07-19)
Ετυμολογία
αμόρσιμα < α- (στερητικό) + μόρσιμος :: λεξιπλασία του συνθέτη Ιάννη Ξενάκη (μαρτυρείται από το 1962)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →