αμόρφωτος
•
- που του λείπει η μόρφωση, η παιδεία Βικιλεξικό
- Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
Ετυμολογία
αμόρφωτος < α- στερητικό και μορφώνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμόρφωτος | αμόρφωτη | αμόρφωτο |
| Γενική | αμόρφωτου | αμόρφωτης | αμόρφωτου |
| Αιτιατική | αμόρφωτο | αμόρφωτη | αμόρφωτο |
| Κλητική | αμόρφωτε | αμόρφωτη | αμόρφωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμόρφωτοι | αμόρφωτες | αμόρφωτα |
| Γενική | αμόρφωτων | αμόρφωτων | αμόρφωτων |
| Αιτιατική | αμόρφωτους | αμόρφωτες | αμόρφωτα |
| Κλητική | αμόρφωτοι | αμόρφωτες | αμόρφωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →