Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμύριστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μυρίζει, δεν αναδίδει οσμή Βικιλεξικό
  2. που δεν τον έχουν μυρίσει Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοαμύριστη: παρθένα, αγνή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμύριστος < α- + μυρίζω + -τος (πβ. (ελληνιστική κοινή) με άλλη σημασία)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμύριστοςαμύριστηαμύριστο
Γενικήαμύριστουαμύριστηςαμύριστου
Αιτιατικήαμύριστοαμύριστηαμύριστο
Κλητικήαμύριστεαμύριστηαμύριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμύριστοιαμύριστεςαμύριστα
Γενικήαμύριστωναμύριστωναμύριστων
Αιτιατικήαμύριστουςαμύριστεςαμύριστα
Κλητικήαμύριστοιαμύριστεςαμύριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →