Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμώλυα

επίρρημα
•
  1. ιδιωματικόασυδοσία, ελευθερία κινήσεων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμώλυα < α- + μῶλυ, το μαγικό υγρό πού ήπιε ο Οδυσσέας κι έλυσε τα μάγια της Κίρκης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε; : → δείτε και τις λέξεις ἀμωλεί και ἀμολεί (Γόρτυνα)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →