άμ’ έπος άμ’ έργον
•
- μαζί με τον λόγο και το έργο, αμέσως μόλις το πει κάποιος να εκτελεστεί κι αυτό που είναι να γίνει, με τη λήψη απόφασης και η έναρξη εκτέλεσής της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άμ’ έπος άμ’ έργον < αρχαία ελληνική ἅμα ἔπος τε καὶ ἔργον
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →