Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάβαθος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο χωρίς βάθος Βικιλεξικό
    • ανάβαθο το ποταμάκι
  2. ρηχός Βικιλεξικό
  3. επιπόλαιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάβαθος < α- στερητικό + βάθος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάβαθοςανάβαθηανάβαθο
Γενικήανάβαθουανάβαθηςανάβαθου
Αιτιατικήανάβαθοανάβαθηανάβαθο
Κλητικήανάβαθεανάβαθηανάβαθο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάβαθοιανάβαθεςανάβαθα
Γενικήανάβαθωνανάβαθωνανάβαθων
Αιτιατικήανάβαθουςανάβαθεςανάβαθα
Κλητικήανάβαθοιανάβαθεςανάβαθα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →