Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάβατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου δεν έχει φουσκώσει (για ψωμί) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάβατος < ανα- + ανεβατός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάβατοςανάβατηανάβατο
Γενικήανάβατουανάβατηςανάβατου
Αιτιατικήανάβατοανάβατηανάβατο
Κλητικήανάβατεανάβατηανάβατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάβατοιανάβατεςανάβατα
Γενικήανάβατωνανάβατωνανάβατων
Αιτιατικήανάβατουςανάβατεςανάβατα
Κλητικήανάβατοιανάβατεςανάβατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αναβατός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου είναι δυνατόν να τον ανέβει κάποιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναβατός < αρχαία ελληνική ἀναβατός < ἀναβαίνω # αναβατός < ανεβατός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναβατόςαναβατήαναβατό
Γενικήαναβατούαναβατήςαναβατού
Αιτιατικήαναβατόαναβατήαναβατό
Κλητικήαναβατέαναβατήαναβατό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναβατοίαναβατέςαναβατά
Γενικήαναβατώναναβατώναναβατών
Αιτιατικήαναβατούςαναβατέςαναβατά
Κλητικήαναβατοίαναβατέςαναβατά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →