ανάγεται
•
- για κάτι που τοποθετείται χρονικά, θεσμικά ή εννοιολογικά σε παλαιότερη ή ανώτερη βάση, είτε για να προσδιοριστεί η προέλευσή του είτε για να ενταχθεί σε ευρύτερο πλαίσιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάγεται < γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος ανάγω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →