Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάγεται

ρήμα
•
  1. για κάτι που τοποθετείται χρονικά, θεσμικά ή εννοιολογικά σε παλαιότερη ή ανώτερη βάση, είτε για να προσδιοριστεί η προέλευσή του είτε για να ενταχθεί σε ευρύτερο πλαίσιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάγεται < γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος ανάγω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →