Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάδελφος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου δεν έχει αδέλφια Βικιλεξικό
  2. κυριολεκτικά και μεταφορικάπου δεν έχει ομόφυλους ή ομοεθνείς Βικιλεξικό
    • έθνος ανάδελφο

Ετυμολογία

ανάδελφος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνάδελφος. Συγχρονικά αναλύεται σε αν- στερητικό + αδελφ(ός) + κατάληξη επιθέτου -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάδελφοςανάδελφηανάδελφο
Γενικήανάδελφουανάδελφηςανάδελφου
Αιτιατικήανάδελφοανάδελφηανάδελφο
Κλητικήανάδελφεανάδελφηανάδελφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάδελφοιανάδελφεςανάδελφα
Γενικήανάδελφωνανάδελφωνανάδελφων
Αιτιατικήανάδελφουςανάδελφεςανάδελφα
Κλητικήανάδελφοιανάδελφεςανάδελφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →