Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάδοχος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η επίσημη ονομασία του νονού Βικιλεξικό
  2. για γονέατο άτομο στο οποίο έχει δοθεί προσωρινά ή μέχρι την ενηλικίωσή του η αναδοχή ενός παιδιού Βικιλεξικό
  3. κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί η μελέτη ή/και η εκτέλεση ή/και η επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου για λογαριασμό του κυρίου του έργου (Π.Δ. 305/96) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάδοχος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνάδοχος < ἀνάδέχομαι (αναλαμβάνω, δέχομαι). Συγχρονικά αναλύεται σε ανά- + -δοχος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανάδοχοςανάδοχοι
Γενικήανάδοχου / αναδόχουαναδόχων
Αιτιατικήανάδοχοαναδόχους
Κλητικήανάδοχεανάδοχοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ανάδοχος

επίθετο
•
  1. που αναλαμβάνει έργο Βικιλεξικό
    • η ανάδοχος εταιρεία

Ετυμολογία

ανάδοχος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνάδοχος < ἀνάδέχομαι (αναλαμβάνω, δέχομαι). Συγχρονικά αναλύεται σε ανά- + -δοχος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →