ανάδραση
•
- ανατροφοδοσία, ανατροφοδότηση, η διαδικασία με την οποία ένα κύκλωμα ενέργειας ελέγχει τον εαυτό του με ένα σήμα που ξαναγυρίζει στο κέντρο ελέγχου της συσκευής όταν πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις (π.χ. ο θερμοστάτης στο κλιματιστικό μηχάνημα, που ρυθμίζει να διακοπεί η λειτουργία όταν η θερμοκρασία του εσωτερικού περιβάλλοντος φτάσει στο επιθυμητό επίπεδο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάδραση < ανά και δράση για την απόδοση του αγγλικού feedback
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάδραση | αναδράσεις |
| Γενική | ανάδρασης | αναδράσεων |
| Αιτιατική | ανάδραση | αναδράσεις |
| Κλητική | ανάδραση | αναδράσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →