Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἀνάκαμψη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολυτονική γραφή του ανάκαμψη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ἀνάκαμψη < αρχαία ελληνική ἀνάκαμψις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ανάκαμψη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κάμψη, η στροφή ή η αναστροφή προς τα πάνω ή προς τα πίσω Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασημετάβαση σε μία καλύτερη κατάσταση ύστερα από προηγούμενη πτώση ή κάμψη Βικιλεξικό
    • Η διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησης και η σταθεροποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος αποτελούν βασική προϋπόθεση για την παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και άρα και για την πολυπόθητη ανάκαμψη. (εφημερδία Το Βήμα, 31/8/2012)
  3. ειδικότεραγυμναστικό παράγγελμα για να ανασηκωθούν τα χέρια και να λυγίσουν ώστε να έρθουν οι παλάμες (με πλεγμένα τα δάχτυλα των δύο χεριών) στον αυχένα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάκαμψη < αρχαία ελληνική ἀνάκαμψις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανάκαμψηανακάμψεις
Γενικήανάκαμψηςανακάμψεων
Αιτιατικήανάκαμψηανακάμψεις
Κλητικήανάκαμψηανακάμψεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →