Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάκουστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν ακούει Βικιλεξικό
  2. που δεν ακούγεται ή που μόλις ακούγεται Βικιλεξικό
  3. που δεν ακούμε κάτι γι’ αυτόν, που δεν μαθαίνουμε νέα του Βικιλεξικό
    • «Α! Η Ρήνη του Τρίνκουλου, ε;» είπε ο Αντώνης πίνοντας μια γουλιά κρασί και χτυπώντας τα χείλη του. «Μες στην καρδιά μπήγεται το βλέμμα τση. Και ανάκουστη, και αμελέτητη και δουλεύτρα. Ω νά 'μουνα ελεύτερος!» «Θα την έπαιρνα, μα τον Άγιο» (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η Τιμή και το Χρήμα/Κεφάλαιο Γ')
  4. που ακούγεται για πρώτη φορά, που δεν έχει ξανακουστεί Βικιλεξικό
    • Και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους / ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος. (Διονύσιος Σολωμός, Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι/σχεδίασμα Γ)
  5. κατ’ επέκτασημοναδικός, θαυμαστός, θαυμάσιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάκουστος < (ελληνιστική κοινή) (κουφός) < αρχαία ελληνική ἀκούω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάκουστοςανάκουστηανάκουστο
Γενικήανάκουστουανάκουστηςανάκουστου
Αιτιατικήανάκουστοανάκουστηανάκουστο
Κλητικήανάκουστεανάκουστηανάκουστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάκουστοιανάκουστεςανάκουστα
Γενικήανάκουστωνανάκουστωνανάκουστων
Αιτιατικήανάκουστουςανάκουστεςανάκουστα
Κλητικήανάκουστοιανάκουστεςανάκουστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →