ανάκυψη
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού ανακύπτω Βικιλεξικό
- αθλητισμόςη επαναφορά του σώματος στην όρθια στάση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάκυψη < (καθαρεύουσα) ανάκυψις < ανακύπτω + -σις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάκυψη | ανακύψεις |
| Γενική | ανάκυψης | ανακύψεων |
| Αιτιατική | ανάκυψη | ανακύψεις |
| Κλητική | ανάκυψη | ανακύψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →