ανάλατα
•
- άνοστα, με τρόπο που δεν προκαλεί το ενδιαφέρον (σπανια χρήση) Βικιλεξικό
- χωρίς αλάτι Βικιλεξικό
- Η Ελένη μαγειρεύει εδώ και δέκα χρόνια ανάλατα μονίμως, επειδή ο άντρας της έχει πίεση
Ετυμολογία
ανάλατα < ανάλατος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →