ανάλατο
•
- ιδιωματικότο εσωτερικό λίπος του χοίρου που διατηρείται χωρίς αλάτι και χρησιμοποιείται για εντριβές και επαλείψεις Βικιλεξικό
- ιδιωματικόάγριο λάχανο που όσο κι αν το αλατίσει κανείς παραμένει ανάλατο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάλατο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ανάλατος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →