ανάλαφρος
•
- ελαφρύς Βικιλεξικό
- Έχει ανάλαφρο περπάτημα
- ελαφρύς στη συμπεριφορά, όχι ανόητος, αλλά γενικά όχι βαρύς Βικιλεξικό
- Είναι ανάλαφρος άνθρωπος, δεν θέλει να σε κουράζει με βαθυστόχαστα αλλά ούτε να κουράζεται κι αυτός
- ανάλαφρος στοχαστής
- ήπιος, όχι έντονος, ίσα που τον καταλαβαίνεις Βικιλεξικό
- Μας δρόσισε λίγο ένα ανάλαφρο αεράκι
Ετυμολογία
ανάλαφρος < ανά- και αλαφρός < μεσαιωνική ελληνική ἀλαφρός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →