Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάλαφρος

επίθετο
•
  1. ελαφρύς Βικιλεξικό
    • Έχει ανάλαφρο περπάτημα
  2. ελαφρύς στη συμπεριφορά, όχι ανόητος, αλλά γενικά όχι βαρύς Βικιλεξικό
    • Είναι ανάλαφρος άνθρωπος, δεν θέλει να σε κουράζει με βαθυστόχαστα αλλά ούτε να κουράζεται κι αυτός
    • ανάλαφρος στοχαστής
  3. ήπιος, όχι έντονος, ίσα που τον καταλαβαίνεις Βικιλεξικό
    • Μας δρόσισε λίγο ένα ανάλαφρο αεράκι

Ετυμολογία

ανάλαφρος < ανά- και αλαφρός < μεσαιωνική ελληνική ἀλαφρός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →