Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάλγητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που δεν συμπονά, δεν δείχνει οίκτο, ο σκληρός, ο ανελέητος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάλγητος < αρχαία ελληνική ἀνάλγητος από το στερητικό ἀ (+ ευφωνικό ν) + ἀλγέω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάλγητοςανάλγητηανάλγητο
Γενικήανάλγητουανάλγητηςανάλγητου
Αιτιατικήανάλγητοανάλγητηανάλγητο
Κλητικήανάλγητεανάλγητηανάλγητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάλγητοιανάλγητεςανάλγητα
Γενικήανάλγητωνανάλγητωνανάλγητων
Αιτιατικήανάλγητουςανάλγητεςανάλγητα
Κλητικήανάλγητοιανάλγητεςανάλγητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →