Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάμερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. απόμερος, ξέμακρος απομονωμένος, ερημικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάμερος < ίσως (ελληνιστική κοινή) ἀναμερίζω αλλά πιθανότερο θεωρείται το ἀνά και μέρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάμεροςανάμερηανάμερο
Γενικήανάμερουανάμερηςανάμερου
Αιτιατικήανάμεροανάμερηανάμερο
Κλητικήανάμερεανάμερηανάμερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάμεροιανάμερεςανάμερα
Γενικήανάμερωνανάμερωνανάμερων
Αιτιατικήανάμερουςανάμερεςανάμερα
Κλητικήανάμεροιανάμερεςανάμερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →