ανάμνηση
•
- ένα γεγονός από το παρελθόν Βικιλεξικό
- Παιδί μου σαν να χάθηκαν οι αναμνήσεις μου. Κοιτώ παλιές φωτογραφίες και δεν θυμάμαι τίποτα πλέον ...
- ένα παρελθοντικό γεγονός που μπορεί κάποιος να ανακαλέσει στη μνήμη του Βικιλεξικό
- Από αυτό το ταξίδι έχω μόνο ευχάριστες αναμνήσεις
- Μάταια ο απισχνασμένος νέος που αντικρίζει από τα κάγκελα του παραθύρου τη θορυβώδη βοή της Μεσογείων ψάχνει για πιο παλιές αναμνήσεις, για κάποιες ανέμελες στιγμές χαραγμένες ανεξίτηλα σε παιδικά πάρτυ, για ενσταντανέ παιχνιδιάρικης επάρκειας.
- αντικείμενο που θυμίζει κάποιο γεγονός, το αναμνηστικό, αλλά συνήθως σε αυτή την περίπτωση συνδοευόμενο από το σαν Βικιλεξικό
- Κράτησα το ποτήρι που είχε κι έπινε στα τελευταία της η μάνα μου σαν ανάμνηση ότι εκτός από πίκρες, της έδωσα κι ένα ποτήρι νερό
Ετυμολογία
ανάμνηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνάμνησις και (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική mémoire
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάμνηση | αναμνήσεις |
| Γενική | ανάμνησης | αναμνήσεων |
| Αιτιατική | ανάμνηση | αναμνήσεις |
| Κλητική | ανάμνηση | αναμνήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →