ανάνθιστος
•
- κυριολεκτικάπου δεν έχει άνθη Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν βρίσκεται στην ακμή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάνθιστος < αν- + ανθίζω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάνθιστος | ανάνθιστη | ανάνθιστο |
| Γενική | ανάνθιστου | ανάνθιστης | ανάνθιστου |
| Αιτιατική | ανάνθιστο | ανάνθιστη | ανάνθιστο |
| Κλητική | ανάνθιστε | ανάνθιστη | ανάνθιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάνθιστοι | ανάνθιστες | ανάνθιστα |
| Γενική | ανάνθιστων | ανάνθιστων | ανάνθιστων |
| Αιτιατική | ανάνθιστους | ανάνθιστες | ανάνθιστα |
| Κλητική | ανάνθιστοι | ανάνθιστες | ανάνθιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →