Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάνθιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου δεν έχει άνθη Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου δεν βρίσκεται στην ακμή του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάνθιστος < αν- + ανθίζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάνθιστοςανάνθιστηανάνθιστο
Γενικήανάνθιστουανάνθιστηςανάνθιστου
Αιτιατικήανάνθιστοανάνθιστηανάνθιστο
Κλητικήανάνθιστεανάνθιστηανάνθιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάνθιστοιανάνθιστεςανάνθιστα
Γενικήανάνθιστωνανάνθιστωνανάνθιστων
Αιτιατικήανάνθιστουςανάνθιστεςανάνθιστα
Κλητικήανάνθιστοιανάνθιστεςανάνθιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →